το ψυχολογικό τραύμα

το ψυχολογικό τραύμα

Ας μοιραστούμε κάποιες σκέψεις για το ψυχολογικό τραύμα που είναι πολύ παρόμοιο με το σωματικό και για το πώς μέσα από αυτό συναντιόμαστε με τον απέναντι άλλο, σε οποιαδήποτε μορφή σχέσης.

Το τραύμα προκαλείται από κάποιες δυσμενείς, στρεσογόνες, σοκαριστικές εμπειρίες. Τραύμα είναι η απώλεια ενός γονέα, μία καταστροφή μαζική ή όχι, ένα ατύχημα  ή ένας πόλεμος. Αντίστοιχο μπορεί να είναι η  συναισθηματική, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, η ηθική παρενόχληση. Επίσης διάφορα οικογενειακά προβλήματα, όπως η βίαιη συμπεριφορά κάποιου γονέα, η λεκτική κακοποίηση, ή η κατάχρηση ουσιών στην οικογένεια με συνηθέστερο το αλκοόλ, ο χωρισμός ή το διαζύγιο, ο φυλακισμός ενός γονέα, ο ρατσισμός σε οποιαδήποτε μορφή του, οι ταπεινώσεις, οι συκοφαντίες κλπ. Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε την παραμέληση, σωματική ή συναισθηματική, εκ μέρους των γονιών ή την γονεοποίηση του παιδιού. Τραύμα μπορεί να αποτελεί η σχολική βία, ή ο κοινωνικός αποκλεισμός. Όλα αυτά και άλλα τόσα μπορούν να δημιουργήσουν ψυχικά τραύματα. Ψυχικό τραυματισμό μπορούμε να υποστούμε και όταν γινόμαστε παρατηρητές ή μάρτυρες ενός συμβάντος από αυτά που προαναφέραμε.

Σήμερα υπολογίζεται ότι τα 2/3 των παιδιών έχουν βιώσει τουλάχιστον ένα τραυματικό γεγονός, ενώ το 1/3 δύο ή περισσότερα.

Το ψυχολογικό τραύμα δεν είναι το τραυματικό γεγονός αυτό καθαυτό αλλά ο αντίκτυπος που είχε το τραυματικό γεγονός στην ψυχή του ατόμου. Είναι σίγουρα δύσκολο και επώδυνο ό,τι συνέβη. Κανείς δεν το επιθυμεί. Η διαφορά είναι ότι το ψυχολογικό τραύμα ζει στο σήμερα και κάθε φορά που το ‘ακουμπάμε’, πονάει. Μένει χαραγμένο στην μνήμη, στην ψυχή και αλλάζει την ζωή του ανθρώπου. Εγγράφεται στα μνημονικά δίκτυα του εγκεφάλου και με ένα εξωτερικό ερέθισμα ‘προβάλλεται’ ξανά στην οθόνη του μυαλού ως μία σημερινή πραγματικότητα. Έτσι αντιμετωπίζονται τα γεγονότα συνειρμικά που σημαίνει ότι ένα νέο ερέθισμα μπορεί να ξεκινήσει εφιάλτες, αυπνίες, πανικούς, οξυθυμία, υπερδιέγερση, παραβατικές συμπεριφορές, κλπ. Το γεγονός του τώρα ξύνει την πληγή του τότε και εκείνη ξαναματώνει. Και αυτό μπορεί να επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Το άτομο τότε νοιώθει ότι απειλείται η ζωή του, η ακεραιότητά του, νοιώθει πλήρη αδυναμία και ανικανότητα αντίδρασης με ένα αίσθημα αβοήθητου, φόβου, αγωνίας και άγχους. Νοιώθει εκτός των άλλων πόνο, σαν η ζωή του να συντρίβεται, η αναπνοή δεν του φτάνει και η αντίληψη για τον εαυτό του και την ίδια τη ζωή έχει αλλάξει τελείως.

Το τραυματικό γεγονός αυτό καθαυτό κάποιες φορές μπορεί και να μην το θυμόμαστε. Συνήθως γίνεται πριν μπούμε στη φάση του λόγου, πριν ξεκινήσουμε να μιλάμε, στα πρώτα στάδια της ζωής μας, ξεκινώντας από την ίδια την κύηση, την γέννα και συνεχίζοντας  στα πρώτα νηπιακά χρόνια. Την πρώτη ‘προδοσία’ την βιώνουμε όταν μια μήτρα υγρή, σκοτεινή και ζεστή μας έσπρωξε με βία σε έναν κόσμο κενό, φωτεινό και κρύο. Επίσης ξέρουμε ότι οι ορμόνες της μητέρας εξαρτώνται ως ένα σημείο και από το κατά πόσο η ίδια έχει λύσει το τραύμα της ή όχι, και η έκκρισή των ορμονών επηρεάζει την ανάπτυξη του εμβρύου και άρα την βιολογία του.

Το πόσο θα επηρεαστεί κάποιος από ένα τραύμα έχει σχέση με την ψυχική του αντοχή, τα προγενέστερα βιώματα της ζωής του, την προσωπικότητά του, το πόσο βοηθητικό είναι το περιβάλλον στο οποίο ζει, οικογενειακό, σχολικό, φιλικό κλπ. Μελέτες που έγιναν σε ανθρώπους με Μετατραυματικό στρες έδειξαν ότι η παιδική τους ηλικία ήταν τραυματική. Κάθε άτομο όμως έχει τον δικό του τρόπο που αντιδρά σε μια τραυματική εμπειρία, επίσης και το πώς θα αναρρώσει από αυτήν. Εξ΄ άλλου στην ψυχολογία δεν υπάρχει γραμμικότητα. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός στα πάντα.

Μετά από ένα τραύμα δεν είμαστε ποτέ ίδιοι ξανά.

Ως παιδιά δεν έχουμε την ικανότητα να τρέξουμε και να αποφύγουμε τον κίνδυνο, ούτε να πολεμήσουμε με την πεποίθηση ότι θα νικήσουμε. Και τι κάνουμε; Παγώνουμε! Είναι μια αυτόματη ασυνείδητη διεργασία αξιολόγησης του κινδύνου απαραίτητη διότι διαφορετικά φαντάζομαι κίνδυνο εκεί που δεν υπάρχει ή δεν το αναγνωρίζω όταν υπάρχει. Έτσι κάποιοι μένουν στις κακοποιητικές σχέσεις. Γιατί έχουν μπερδέψει τον κίνδυνο με την ασφάλεια. 

Και η αντίληψή για τον κόσμο μετά από έναν τραυματισμό είναι ότι το άτομο είναι αδύναμο μπροστά σε έναν κόσμο επικίνδυνο να τον ζει κάποιος. Και αυτό γίνεται η κοσμοθεωρία του. Και αν κάποιος άλλος βλέπει τον κόσμο όμορφο, οι δύο αυτοί άνθρωποι ζουν σε διαφορετικούς κόσμους. Και δεν θα βρεθούν ποτέ μαζί. Και  πάρα πολλές άλλες  αρνητικές πεποιθήσεις, όπως ‘δεν είμαι άξιος να αγαπηθώ, δεν είμαι αρεστός, δεν είμαι αποδεκτός, δεν είμαι αρκετός’. Οι αρνητικές αυτές πεποιθήσεις δημιουργούν αντίστοιχα συναισθήματα, ανολοκλήρωτες επιθυμίες, μοναξιά, εγκατάλειψη, ενοχή, ντροπή και μέσα από όλα αυτά ψάχνει να βρει ένα σύντροφο που να του μοιάζει γιατί μόνο τότε μπορεί να τον καταλάβει και τότε ίσως και αυτός να μπορέσει να διορθώσει αυτήν την σχέση που πρωτοβίωσε και να επανορθώσει αυτό που έγινε τότε και που όμως δεν ξεγίνεται. Μόνο που δεν το ξέρει γιατί όλα αυτά είναι ασυνείδητες επιλογές. Αν έχει ενδοβάλλει και έχει πχ. μια πεποίθηση ότι ‘είμαι άχρηστος’, αυτό αποτελεί την ράγα που θα ακολουθήσει στη ζωή του. Αποτελεί δηλαδή μια πραγματικότητα για το άτομο και μένει πιστό σε αυτήν. Για να αλλάξει αυτή πρέπει να βάλλει κάτι άλλο στη θέση της.

Το ελπιδοφόρο μήνυμα είναι ότι είναι θεραπεύσιμο. Το τραύμα μας μπορεί να μας οδηγήσει πίσω στον εαυτό μας. Να μας δείξει πού χάσαμε την σύνδεσή μας και να ξεκινήσουμε από εκεί. Χρειάζεται όμως την κατάλληλη φροντίδα.

Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό που συνέβη. Αλλά αν το τραύμα είναι η αποσύνδεση από το εαυτό μας είναι διαθέσιμο στο τώρα. Έτσι το ελπιδοφόρο και σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι  μπορούμε να γίνουμε εύκαμπτοι ξανά, ελαστικοί. Μπορούμε να μάθουμε να νοιώθουμε, να επανασυνδεθούμε με τον εαυτό μας πρώτα, για να μπορέσουμε μετά να συνδεθούμε με τους γύρω μας, να σχετιστούμε μέσα από την αποδοχή και όχι μέσα από την ανάγκη, να εξελιχθούμε.

Δύο είναι λοιπόν οι πιο συνηθισμένοι τρόποι ασυνείδητης αντιμετώπισης του τραύματος. Ένας τρόπος είναι η συντήρηση της ανοικτής πληγής και ο άλλος είναι η αποσύνδεση και το πάγωμα.

Τι γίνεται όταν το συντηρώ;

Το τραύμα μπορώ να το βλέπω και να το θρηνώ όλη μέρα, μπορώ να το συντηρώ μέσα από τον θυμό ‘γιατί αυτό σε εμένα;’. Μπορώ να το μισώ και να μένω στο θυμό μου. Ή  να θέλω να φύγει από πάνω μου, ή εγώ από αυτό. Αλλά έτσι δεν πάω παρακάτω. Το συντηρώ.

Μπορεί ακόμη και να ξέρω ότι αυτό δεν είναι καλό για εμένα, παρ’ όλα αυτά να συνεχίζω να λειτουργώ με το ίδιο μοτίβο. Μου είναι οικείο. Και διαλέγω πάντα το οικείο. Νομοταγής! Είμαστε προσκολλημένοι σε αυτό που ξέρουμε. Σαν παιδιά προσκολλημένα στη μαμά τους.

Με ποιο τρόπο μπορώ να μην στρέφομαι στα παλιά μοτίβα; Μοτίβα που ήταν αποκρίσεις  στο τραύμα μου; Και όταν επιστρέφω να μην κατακρίνω τον εαυτό μου αλλά να του λέω: όχι ακόμη! Και να ψάχνω να βρω τι το ενεργοποίησε με περιέργεια και συμπόνια.

  Μπορώ όμως και να πάω παρακάτω όταν αναρωτηθώ και πω με συνειδητότητα: «Συνέβη! Γιατί έγινε; Πώς προέκυψε; Τι σημαίνει αυτό για εμένα; Τι μπορώ να μάθω από αυτό; Τι σημασία του έδωσα; Πώς το ερμήνευσα; Τι μπορώ να κάνω σήμερα;» Και να νοιώσω συμπόνοια για τον εαυτό μου και αποδοχή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ‘ευλογώ’ το τραύμα. Ότι είναι καλό γιατί ‘μέσα από τα δύσκολα μαθαίνουμε’. Μέσα από τα δύσκολά μαθαίνουμε σίγουρα, αλλά δεν είναι ο μόνος τρόπος.

Στην περίπτωση της συντήρησης, είμαι συνδεδεμένος με το συναίσθημά μου, το θυμάμαι, συγκινούμαι, διακινώ δηλαδή το συναίσθημά μου και είναι πιο εύκολη η πρόσβαση και η θεραπεία.

Τι συμβαίνει με την αποσύνδεση;

Το τραύμα δεν είναι αυτό που συνέβη αλλά η αποσύνδεση από τον εαυτό και στη συνέχεια από τους άλλους, από τον κόσμο. Η  αποσύνδεση είναι η μεγαλύτερη πληγή.  Γίνεται για να μπορέσει το άτομο να αντέξει να ζει. Νοιώθει απάθεια για καταστάσεις, πρόσωπα ή πράγματα γύρω του, αδιαφορία και χάνει την χαρά και τον ενθουσιασμό. Γιατί με την παγωνιά παγώνουν όλα, και οι χαρές και οι λύπες. Και τα αγκάθια και τα λουλούδια.  Και αυτή είναι πλέον μια άλλη πληγή. Πώς να ζήσει με έναν εαυτό με τον οποίο δεν μπορεί να συνδεθεί; Δεν τον αγαπά; Μπορεί και να τον μισεί; Να ντρέπεται; Να νοιώθει ενοχές; Να μην αξίζει;

Σε αυτήν την περίπτωση, οι άνθρωποι συνήθως δεν θυμούνται το γεγονός, και αν το θυμούνται το εξιστορούν σαν μια ιστορία παγερά, ή αδιάφορα, ή με απόλυτη λογική, σαν να αφορά άλλους, και μπορεί η θεραπεία τους να είναι πιο ‘δύσκολη’. Άλλες πάλι φορές το θυμούνται τμηματικά, σαν να μην χωράει ολόκληρη η εμπειρία μέσα  στο σώμα τους. Και βέβαια είναι περισσότερο ύπουλο, απρόσμενο  και φοβιστικό. Και δεν το θυμούνται γιατί η ανάκληση προκαλεί δυσφορία, φόβο, σωματικά συμπτώματα, έντονο άγχος, πανικούς. Δυσκολεύονται να επεξεργαστούνε τα συναισθήματα, τις σκέψεις που δημιουργούνται από τη θύμηση και έτσι απομονώνονται ψυχικά από το γεγονός.  Το καταφέρνουνε με τους  κατάλληλους μηχανισμούς της απώθησης, της άρνησης και της μόνωσης, που από μικρή ηλικία χρησιμοποιούν και έτσι  ‘σώζουνε’ τον εαυτό τους.

Όμως φτάνει μια κρίσιμη στιγμή και κατακλύζονται από τα ίδια συναισθήματα. Γιατί το μόνο που καταφέρνουνε είναι να τα απωθούν στο ασυνείδητο. Αλλά το ασυνείδητο είναι δυναμικό και έτσι θέλει να τα αποβάλλει. Και έτσι έρχονται όλα με άλλη μορφή ξανά και ξανά! Δεν είναι μνημονικές πλέον μνήμες, αλλά συναισθηματικές. Φόβος και ανασφάλεια γιατί υπάρχει απουσία σύνδεσης. Δεν έχει σημασία η παρουσία προσώπων. Υπάρχει απουσία σύνδεσης.

Ώσπου κάποια στιγμή έρχεται η αποδοχή αυτής της τόσο πονετικής, βασανιστικής, άδικης τραυματικής εμπειρίας. Και όταν εκφραστεί όλο το συναίσθημα του πόνου, του θυμού, της αγανάκτησης, έρχεται η συμφιλίωση με τον εαυτό και την ευαλωτότητά του. Δεν θα μιλήσω για συγχώρεση. Αυτό είναι άλλο θέμα. Θα μιλήσω για αγάπη προς τον πληγωμένο εαυτό. Και η αγάπη δεν είναι συναίσθημα. Αγάπη είναι το νοιάξιμο, η εκτίμηση, η φροντίδα. 

Κάπως έτσι κλείνει η θεραπεία του τραύματος. Με την συμφιλίωση και την μετακίνηση μετά από επιλογή πια. Δεν χρειαζόμαστε υποκατάστατα μιας αγάπης που δεν πήραμε με τον τρόπο που τον είχαμε ανάγκη από παιδιά.  Όχι πια! Δεν ισχύει στο σήμερα.